Στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Annals of Surgery, οι Battersby et al. παρουσίασαν τη μελέτη MERCURY II. Στη μελέτη αυτή παρουσιάζονται τα αποτελέσματα για 326 ασθενείς από 14 διαφορετικά κέντρα της Δανίας, της Γερμανίας, της Σερβίας και της Αγγλίας. Στα τελικά συμπεράσματα της μελέτης έφτασαν 279 ασθενείς, μέσης ηλικίας 65 ετών, από τους οποίους το 35% ήταν γυναίκες.
Οι συγγραφείς όρισαν ως θετικό περιμετρικό όριο εκτομής απόσταση του όγκου μικρότερη από 1 mm από τη μεσορθική περιτονία. Έτσι σταδιοποίησαν τους όγκους ως ασφαλείς ή μη ασφαλείς, ανάλογα με τη σχέση τους με το διαμεσοσφιγκτηριακό πλάνο, τον ηβορθικό και τη μεσορθική περιτονία, πάντα με τη βοήθεια της μαγνητικής τομογραφίας.
H μελέτη MERCURY II
Σκοπός της εφαρμογής της μεθόδου είναι φυσικά η ίαση. Για τον λόγο αυτό η προεγχειρητική σταδιοποίηση είναι κεφαλαιώδους σημασίας και περιλαμβάνει:
- Δακτυλική εξέταση: διαπιστώνεται αν ο όγκος είναι κινητός ή όχι, αν καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της περιμέτρου του ορθού και, πιθανώς, αν υπάρχουν εξωαυλικά block λεμφαδένων.
- Κολονοσκόπηση: για τον έλεγχο του υπόλοιπου εντέρου (σύγχρονο νεόπλασμα).
- Ακτινολογικό έλεγχο με ERUS, MRI και CT: το διαορθικό υπερηχογράφημα είναι πιο ακριβές στην εκτίμηση του βάθους του όγκου στο τοίχωμα (για τη διήθηση της εγγύς μυϊκής στιβάδας η ευαισθησία φθάνει το 90%), ενώ η MRI είναι πιο σημαντική στην εκτίμηση της διήθησης του περιορθικού λίπους και των παρακείμενων οργάνων. Η CT είναι ουσιαστική στην ανίχνευση μεταστάσεων. Και οι τρεις εξετάσεις έχουν χαμηλή ευαισθησία στην ανίχνευση διηθημένων λεμφαδένων. Γενικά πιστεύεται ότι λεμφαδένες μεγαλύτεροι από 1 cm είναι πολύ πιθανό να είναι διηθημένοι, χωρίς όμως αυτό να αποκλείεται και για μικρότερους λεμφαδένες.
- Ορθοσιγμοειδοσκόπηση με το άκαμπτο ενδοσκόπιο: για τον ακριβή εντοπισμό της βλάβης και, στη συνέχεια, τη σωστή τοποθέτηση του ασθενούς για την επέμβαση.
Το βάθος της διήθησης του όγκου είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για την πρόγνωση. Έτσι, για T1 η πιθανότητα N+ είναι έως 12%, για T2 έως 28%, ενώ για T3 και T4 φθάνει και το 65%. Επίσης, κακοί προγνωστικοί παράγοντες είναι η χαμηλή διαφοροποίηση του όγκου και η λεμφαγγειακή και αγγειακή διήθηση.
Αποτελέσματα
Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρότειναν άμεση επέμβαση σε όσους ασθενείς είχαν ασφαλές πλάνο στη μαγνητική. Έτσι, 124 ασθενείς (44%) είχαν θετικά στοιχεία από τη μαγνητική και προχώρησαν απευθείας στην επέμβαση. Αντίθετα, 103 ασθενείς είχαν μη ασφαλές μεσοσφιγκτηριακό πλάνο και το 81% από αυτούς έλαβε νεοεπικουρική χημειοακτινοθεραπεία.
Το ποσοστό θετικών περιμετρικών ορίων στην ιστολογική εξέταση (pCRM) ήταν μόλις 9%, και μόνο 1,6% στους ασθενείς με ασφαλές πλάνο στη μαγνητική τομογραφία. Επίσης, θετικά κυκλοτερή όρια εκτομής είναι πιο πιθανά σε πρόσθιους όγκους, όπως και όταν υπάρχει διήθηση αγγείων του μεσοορθού.
Συμπέρασμα
Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι, με καλή επιλογή των ασθενών, θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι επιπλοκές της νεοεπικουρικής θεραπείας ή της κοιλιοπερινεϊκής εκτομής σε ασθενείς με καλούς προγνωστικούς παράγοντες στη μαγνητική τομογραφία με πρωτόκολλο ορθού. Οι ασθενείς αυτοί θα μπορούσαν να οδηγηθούν απευθείας στο χειρουργείο για μεσοσφιγκτηριακή εκτομή του ορθού.
