Η διαπρωκτική ενδοσκοπική μικροχειρουργική (TEM) είναι μέθοδος τοπικής εκτομής όγκων του ορθού, που έχει όλες τις ενδείξεις των τοπικών εκτομών των νεοπλασμάτων του ορθού και εφαρμόζεται σε βλάβες άνω των 5 cm από την οδοντωτή γραμμή. Αναφερόμαστε κυρίως σε καλοήθεις πολύποδες, ανεξαρτήτως μεγέθους, και σε όγκους αυστηρά T1 και T2, με περιορισμούς.
Όπως είναι φυσικό, μεγάλη σημασία έχει η προεγχειρητική σταδιοποίηση. Ακόμα όμως και έτσι, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η TEM, όπως και κάθε τοπική εκτομή, είναι ουσιαστικά μια καλή εξαίρεση του όγκου για βιοψία, και η οριστική απόφαση για τη σωστή θεραπεία θα ληφθεί μετά τα αποτελέσματα της ιστολογικής εξέτασης.
Βιβλιογραφικά αναφέρονται και άλλες εφαρμογές της TEM, όπως η διόρθωση υπερσφιγκτηριακών ή ορθοκολπικών συριγγίων με προωθητικούς κρημνούς, αλλά δεν αποτελούν τεχνικές της καθημερινής πράξης.
Προεγχειρητική σταδιοποίηση
Σκοπός της εφαρμογής της μεθόδου είναι φυσικά η ίαση. Για τον λόγο αυτό η προεγχειρητική σταδιοποίηση είναι κεφαλαιώδους σημασίας και περιλαμβάνει:
- Δακτυλική εξέταση: διαπιστώνεται αν ο όγκος είναι κινητός ή όχι, αν καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της περιμέτρου του ορθού και, πιθανώς, αν υπάρχουν εξωαυλικά block λεμφαδένων.
- Κολονοσκόπηση: για τον έλεγχο του υπόλοιπου εντέρου (σύγχρονο νεόπλασμα).
- Ακτινολογικό έλεγχο με ERUS, MRI και CT: το διαορθικό υπερηχογράφημα είναι πιο ακριβές στην εκτίμηση του βάθους του όγκου στο τοίχωμα (για τη διήθηση της εγγύς μυϊκής στιβάδας η ευαισθησία φθάνει το 90%), ενώ η MRI είναι πιο σημαντική στην εκτίμηση της διήθησης του περιορθικού λίπους και των παρακείμενων οργάνων. Η CT είναι ουσιαστική στην ανίχνευση μεταστάσεων. Και οι τρεις εξετάσεις έχουν χαμηλή ευαισθησία στην ανίχνευση διηθημένων λεμφαδένων. Γενικά πιστεύεται ότι λεμφαδένες μεγαλύτεροι από 1 cm είναι πολύ πιθανό να είναι διηθημένοι, χωρίς όμως αυτό να αποκλείεται και για μικρότερους λεμφαδένες.
- Ορθοσιγμοειδοσκόπηση με το άκαμπτο ενδοσκόπιο: για τον ακριβή εντοπισμό της βλάβης και, στη συνέχεια, τη σωστή τοποθέτηση του ασθενούς για την επέμβαση.
Το βάθος της διήθησης του όγκου είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για την πρόγνωση. Έτσι, για T1 η πιθανότητα N+ είναι έως 12%, για T2 έως 28%, ενώ για T3 και T4 φθάνει και το 65%. Επίσης, κακοί προγνωστικοί παράγοντες είναι η χαμηλή διαφοροποίηση του όγκου και η λεμφαγγειακή και αγγειακή διήθηση.
Συσκευή και εργαλεία
Το ορθοσκόπιο έχει διάμετρο 40 mm, που ουσιαστικά είναι το αποδεκτό όριο ανάμεσα στη διάταση του σφιγκτήρα και στον απαραίτητο χώρο για τη χρήση των εργαλείων. Υπάρχουν δύο μεγέθη, των 10 και των 20 cm. Στη συσκευή προσαρμόζεται σωλήνας συνεχούς παροχής CO2, ώστε να διατείνεται το ορθό για τον σωστό οπτικό έλεγχο, με πίεση γύρω στα 10–15 cmH2O και ροή στα 6 lt/min. Επίσης προσαρμόζεται φωτεινή πηγή ψυχρού φωτισμού, και η συσκευή σταθεροποιείται στο χειρουργικό τραπέζι με κατάλληλους βραχίονες.
Από ειδική υποδοχή εισάγεται κάμερα 5 mm, 45°, που συνδέεται με οθόνες, ενώ άλλες συσκευές διαθέτουν και ειδικά μεγεθυντικά κιάλια, που επιτρέπουν μεγέθυνση έως και 6 φορές και έχουν δυνατότητα όρασης 50 μοίρες προς τα κάτω και 75 μοίρες προς τα πλάγια.
Τα εργαλεία της TEM είναι σχεδιασμένα ώστε να χρησιμοποιούνται στον στενό χώρο του ορθοσκοπίου. Είναι αρθρωτά, με γωνίωση, ώστε να παρέχουν μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ του οπτικού πεδίου και του πεδίου εργασίας. Η αναρρόφηση βοηθά στον καθαρισμό του οπτικού πεδίου από τον καπνό ή το αίμα σε περίπτωση αιμορραγίας. Για την επίσχεση της αιμορραγίας, πέρα από την κλασική διαθερμία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ψαλίδι υπερήχων, το οποίο προτείνεται και για την παρασκευή και εκτομή του όγκου, γιατί είναι πιο ασφαλές και μειώνει τον χειρουργικό χρόνο έως και 26%.
Χειρουργική τεχνική
Η τοποθέτηση του ασθενούς γίνεται με βάση το σημείο όπου βρίσκεται ο όγκος. Για όγκους στο πρόσθιο τοίχωμα του ορθού οι ασθενείς τοποθετούνται σε πρηνή θέση, με απαγωγή των γλουτών, ενώ για όγκους του οπίσθιου τοιχώματος σε θέση λιθοτομής. Για όγκους του πλάγιου τοιχώματος τοποθετούνται σε πλάγια θέση (decubitus).
Πριν από την εισαγωγή του ορθοσκοπίου διενεργείται διαστολή του δακτυλίου τεσσάρων δακτύλων. Εισάγεται το ορθοσκόπιο και, αφού εντοπιστεί ο όγκος, καθηλώνεται στο χειρουργικό τραπέζι και προσαρμόζονται οι παροχές. Τα όρια εκτομής σημειώνονται με διαθερμία περιμετρικά του όγκου, τουλάχιστον στο 1 cm, ενώ το βάθος της εκτομής πρέπει να φτάνει μέχρι το περιορθικό λίπος (για αδενώματα αρκεί όριο 0,5 cm και βάθος εκτομής μέχρι τη μυϊκή στιβάδα).
Για όγκους στο πρόσθιο τοίχωμα του ορθού και σχετικά ψηλά (8–10 cm και υψηλότερα) υπάρχει σοβαρός κίνδυνος εισόδου στο περιτόναιο, και για τον λόγο αυτό πρέπει να ελέγχεται η κοιλιά για την ύπαρξη πνευμοπεριτοναίου. Συνήθως οι καταστάσεις αυτές διορθώνονται κατά τη διάρκεια του χειρουργείου με συρραφή, και δεν απαιτείται διακοιλιακή προσπέλαση.
Σε μικρούς όγκους, και κυρίως σε αδενώματα που δεν απαιτούν εκτομή σε βάθος, δεν χρειάζεται συρραφή του τραύματος. Σε μεγαλύτερα όμως ελλείμματα οι περισσότεροι συμφωνούν ότι χρειάζεται συρραφή, διότι οι ασθενείς αυτοί παρουσιάζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα αίσθημα τεινεσμού, αιμορραγία και αποβολή βλέννης. Με την απόκτηση εμπειρίας, η συρραφή δεν αυξάνει σημαντικά τον χειρουργικό χρόνο. Πρέπει να γίνεται εγκαρσίως, ξεκινώντας από τη δεξιά γωνία του τραύματος όπως τη βλέπει ο χειρουργός, με μονόκλωνο ράμμα.
Επιπλοκές
Οι επιπλοκές της TEM είναι λιγότερες σε σχέση με άλλες μεθόδους τοπικής εκτομής (ελάσσονες 16% και μείζονες γύρω στο 9%): επίσχεση ούρων (5%), κοιλιακός ή περιορθικός πόνος (1%), αιμορραγία (1%), περιορθικό απόστημα (<1%), διάσπαση της ραφής ή στένωση (1%).
Όπως αναφέρθηκε, η είσοδος στην περιτοναϊκή κοιλότητα μπορεί να διορθωθεί με την TEM και η επέμβαση να συνεχιστεί όπως είχε σχεδιαστεί. Αν υπάρχει αμφιβολία για την ακεραιότητα της συρραφής, στο τέλος γίνεται λαπαροσκόπηση και ελέγχεται το ορθό, και αν χρειαστεί τοποθετούνται λαπαροσκοπικές ραφές. Τέλος, σε μεγάλο ποσοστό ασθενών (πάνω από 50%), λόγω της μεγάλης διαμέτρου του ορθοσκοπίου, συμβαίνει ρήξη του έσω σφιγκτήρα, με αποτέλεσμα ακράτεια αερίων, η οποία βέβαια διορθώνεται περίπου στο εξάμηνο.
Τοπική εκτομή και υποτομή
Η τοπική υποτροπή στον καρκίνο του ορθού είναι σημαντικό πρόβλημα, τόσο στην τοπική εκτομή όσο και στις ριζικές επεμβάσεις. Σημαντικό ρόλο στην υποτροπή παίζουν το βάθος της διήθησης, τα θετικά ή μη όρια εκτομής, ο βαθμός κακοήθειας, καθώς και η παρουσία ή όχι διηθημένων λεμφαδένων.
Για όγκους T1 η πιθανότητα διήθησης των λεμφαδένων ανέρχεται σε 12%, για T2 σε 22%, ενώ για T3 και T4 φθάνει έως και το 58%.
Είναι γενικά αποδεκτό ότι για όγκους T1 με καλά χαρακτηριστικά (υψηλή διαφοροποίηση, χωρίς λεμφαγγειακή διήθηση, με επαρκή όρια εκτομής) η τοπική εκτομή είναι αρκετή, ενώ για όγκους T2 με τα ίδια χαρακτηριστικά η τοπική εκτομή πρέπει να συνοδεύεται από χημειοθεραπεία. Στην αντίθετη περίπτωση (χαμηλή διαφοροποίηση, λεμφαγγειακή διήθηση), για T1 είναι απαραίτητη η χημειοθεραπεία, ενώ για T2 η ριζικότερη εκτομή (κοιλιοπερινεϊκή εκτομή ή χαμηλή πρόσθια εκτομή).
Παρότι οι συγκρίσεις είναι δύσκολες και οι μελέτες λίγες, όλες συνηγορούν ότι η TEM έχει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα με την κλασική διαπρωκτική τοπική εκτομή.
Συμπεράσματα
Η σωστή επιλογή των ασθενών είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για την εφαρμογή της κατάλληλης μεθόδου αντιμετώπισης (κοιλιοπερινεϊκή εκτομή, χαμηλή πρόσθια ή τοπική εκτομή). Η γενική κατάσταση του ασθενούς και οι παράγοντες κινδύνου λαμβάνονται υπόψη, κάτι που μπορεί να επιτρέψει την τοπική εκτομή ακόμα και για όγκους T2 και T3 με υψηλά ποσοστά υποτροπής.
- Η τοπική εκτομή των όγκων του ορθού (TEM ή διαπρωκτική εκτομή) πρέπει να εφαρμόζεται σε όγκους μικρότερους από 4 cm σε διάμετρο, που καταλαμβάνουν λιγότερο από το 40% της περιμέτρου του ορθού.
- Η TEM εφαρμόζεται σε όγκους που βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη από 5 cm από την οδοντωτή γραμμή.
- Όταν υπάρχουν ενδείξεις για διηθημένους λεμφαδένες, είναι απαραίτητη η ριζική επέμβαση (κοιλιοπερινεϊκή εκτομή ή χαμηλή πρόσθια εκτομή).
- Για όγκους T2 καλύτερα αποτελέσματα έχουν οι ριζικές επεμβάσεις. Όταν όμως οι τοπικές εκτομές συνδυάζονται με συμπληρωματική θεραπεία, τα αποτελέσματα είναι συγκρίσιμα.
